Thymele Logo
Search

σκηνοθέτης, σκηνοθέτρια [ουσ. αρσ., ουσ. θηλ.]

Articles Icon 3
Videos Icon 3
Videos Icon 3
[1]

Ορισμός

Ο καλλιτεχνικός συντελεστής / Η καλλιτεχνική συντελέστρια που φέρει την ευθύνη για την αρχική κεντρική σύλληψη, την σταδιακή οργάνωση και την τελική σύνθεση όλων των έμψυχων και άψυχων σκηνικών στοιχείων κατά την προετοιμασία και την υλοποίηση μιας παράστασης.

Ανάπτυξη

Η καθοδήγηση της σκηνικής δράσης και η οργάνωση της επί σκηνής ομιλίας των ηθοποιών αποτελεί την κεντρική αρμοδιότητα του σκηνοθέτη / της σκηνοθέτριας στη νεότερη και σύγχρονη εποχή. Παρόλο που η συστηματική πρακτική της σκηνοθεσίας και η καθιέρωση του όρου ανάγονται στον 19ο αιώνα, η λειτουργία της εποπτείας της παράστασης υπήρχε από τις απαρχές του θεάτρου μέσα από διαφορετικούς ρόλους. Στην ελληνική αρχαιότητα, ο δραματικός ποιητής ή ο χοροδιδάσκαλος είχε την ευθύνη της διδασκαλίας. Κατά τον Μεσαίωνα, ο επικεφαλής του θεάματος [pageant master] οργάνωνε τα μυστήρια, ενώ στο θέατρο του μπαρόκ, ο αρχιτέκτονας ή ο σχεδιαστής της σκηνής κατείχε την ηγετική θέση στην οργάνωση του οπτικού αποτελέσματος. Στο ελισαβετιανό θέατρο, η καθοδήγηση ανήκε συχνά στον συγγραφέα, ενώ στην Αγγλία του 18ου και 19ου αιώνα κυριάρχησε το πρότυπο του πρωταγωνιστή-θιασάρχη. Προσωπικότητες όπως ο David Garrick [Ντέηβιντ Γκάρικ], ο Edmund Kean [Έντμουντ Κην] και ο Henry Irving [Χένρυ Έρβινγκ] επέβλεπαν τις δοκιμές και όριζαν τη διάταξη των ηθοποιών στη σκηνή. Παράλληλα, στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Johann Wolfgang von Goethe [Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε] στο Θέατρο της Βαϊμάρης λειτούργησε ως καλλιτεχνικός διευθυντής και δραματολόγος, μεριμνώντας για τη συνολική αισθητική ενότητα της παράστασης. Αυτές οι μορφές προανήγγειλαν την εμφάνιση του επαγγελματία σκηνοθέτη ως αυτόνομου καλλιτεχνικού προσώπου.


Η ανάγκη για έναν κεντρικό οργανωτή των σκηνικών μέσων προέκυψε με την εμφάνιση του νατουραλισμού κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Οι τεχνολογικές εξελίξεις, όπως η τελειοποίηση του ηλεκτρικού φωτισμού και η δημιουργία σύνθετων σκηνικών χώρων, κατέστησαν αναγκαία την παρουσία ενός ιθύνοντος νου που θα πρότεινε μια συγκεκριμένη ερμηνευτική θέση. Ο Georg II von Saxe-Meiningen [Γεώργιος Β΄ των Ζάξεν-Μάινιγκεν] θεμελίωσε την τέχνη της σκηνοθεσίας δίνοντας έμφαση στην ιστορική ακρίβεια και στην πιστή αναπαράσταση των συνθηκών του κειμένου. Ο θίασός του επέβαλε το ομαδικό παίξιμο και κατήργησε τον βεντετισμό, χωρίζοντας τους ηθοποιούς σε μικρές ομάδες υπό αυστηρή καθοδήγηση για τη διασφάλιση ενός ενιαίου ύφους. Στη Γαλλία, ο André Antoine [Αντρέ Αντουάν] εφάρμοσε τις αρχές του νατουραλισμού, εστιάζοντας στη λεπτομέρεια και στην υποκριτική συνόλου. Ο Antoine απέκλεισε τη στομφώδη απαγγελία και προώθησε τη λειτουργική ενσωμάτωση του ηθοποιού στο σκηνογραφικό περιβάλλον, ξεκινώντας τις δοκιμές σε έτοιμα σκηνικά. Η σκηνοθεσία γι’ αυτόν αποτελούσε μια αποφασιστική ερμηνεία που μετέδιδε με ακρίβεια την ιδέα του συγγραφέα στους ηθοποιούς. Την ίδια περίοδο στη Ρωσία, ο Konstantin Stanislavski [Κωνσταντίν Στανισλάφσκι], μέσω του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας, εισήγαγε μια μέθοδο βασισμένη στην ανάλυση του κειμένου σε επεισόδια και κομμάτια. Στόχος του ήταν ο εντοπισμός της εσωτερικής αλήθειας και της γραμμής δράσης του κάθε ρόλου. Μετά το 1910, ο Στανισλάφσκι ενσωμάτωσε τον αυτοσχεδιασμό και την ενεργητική ανάλυση στη διαδικασία των δοκιμών, επηρεασμένος από τις καινοτομίες του Vsevolod Meyerhold [Βσέβολοντ Μεγερχόλντ].


Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η σκηνοθεσία εξελίχθηκε μέσα από τη δράση εμβληματικών δημιουργών που πρότειναν νέες ιεραρχήσεις των καλλιτεχνικών λειτουργιών. Ο Edward Gordon Craig [Έντουαρντ Γκόρντον Κραιγκ] στην Αγγλία και ο Jacques Copeau [Ζακ Κοπώ] στη Γαλλία αμφισβήτησαν την κυριαρχία του νατουραλισμού. Ο Copeau συνεργάστηκε με σημαντικούς σκηνοθέτες, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται οι Charles Dullin [Σαρλ Ντυλλέν], Louis Jouvet [Λουί Ζουβέ], Michel Saint-Denis [Μισέλ Σαιν-Ντενί] και Jean-Louis Barrault [Ζαν Λουί Μπαρώ], ενώ ο Jacques Lecoq [Ζακ Λε Κοκ] εστίασε στη σωματική έκφραση. Στον γερμανόφωνο χώρο, ο Max Reinhardt [Μαξ Ράινχαρτ] ανέδειξε την αισθητική της υπερπαραγωγής, ενώ ο Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ] καθιέρωσε το Επικό Θέατρο ως μέσο κοινωνικής και πολιτικής παρέμβασης. Παράλληλα, ο Nikolai Evreinov [Νικολάι Εβρέινωφ] στη Ρωσία, ο Antonin Artaud [Αντονέν Αρτώ] στη Γαλλία και ο Jerzy Grotowski [Γέρζυ Γκροτόφσκι] στην Πολωνία διερεύνησαν τη μεταφυσική και τελετουργική διάσταση της παράστασης. Αυτές οι προσεγγίσεις ενίσχυσαν τον ρόλο του σκηνοθέτη ως δημιουργού που διαμορφώνει μια αυτόνομη σκηνική γλώσσα, συχνά σε ρήξη με την παραδοσιακή ανάγνωση των δραματικών κειμένων.


Η παρουσία του σκηνοθέτη στον ελληνικό χώρο εδραιώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα με την ίδρυση του Βασιλικού Θεάτρου και της Νέας Σκηνής. Ο Θωμάς Οικονόμου και ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος υπήρξαν οι πρώτοι που εφάρμοσαν συστηματικά τη σκηνοθετική καθοδήγηση. Ακολούθησαν σημαντικοί δημιουργοί, όπως ο Φώτος Πολίτης και ο Δημήτριος Ροντήρης, οι οποίοι προσέγγισαν με νέους όρους την αρχαία ελληνική δραματουργία. Ο Κάρολος Κουν, μέσω του Θεάτρου Τέχνης, διαμόρφωσε μια διακριτή σκηνική ιδιόλεκτο που επηρέασε γενιές ηθοποιών και σκηνοθετών. Στην πορεία του 20ού αιώνα, η ελληνική σκηνή εμπλουτίστηκε από το έργο των Αλέξη Σολομού, Αλέξη Μινωτή, Τάκη Μουζενίδη και Σωκράτη Καραντινού. Στη μεταπολεμική και σύγχρονη περίοδο, σκηνοθέτες όπως ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος, ο Μίνως Βολανάκης, ο Ανδρέας Βουτσινάς, ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Βασίλης Παπαβασιλείου πρότειναν ανατρεπτικές αναγνώσεις του κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου. Η δράση τους σε κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς συνετέλεσε στην αναβάθμιση της θεατρικής παιδείας και στην ενίσχυση της σκηνοθετικής αυθεντίας στην Ελλάδα.


Η «επιτελεστική στροφή» [performative turn] των δεκαετιών 1960 και 1970 οδήγησε σε μια ριζική ενίσχυση της λειτουργίας του σκηνοθέτη. Η ανάπτυξη θεωρητικών εργαλείων από το πεδίο της σημειολογίας, της ψυχανάλυσης, του μεταδομισμού και των σπουδών φύλου επέτρεψε μια ευρεία πολυφωνία στις προσεγγίσεις. Ο σκηνοθέτης / η σκηνοθέτρια αναλαμβάνει πλέον να υποστηρίξει ιδιαίτερες και συχνά ανατρεπτικές αναγνώσεις έργων στο δράμα, τη μουσική και τον χορό. Στη σύγχρονη πρακτική διακρίνονται διαφορετικοί τύποι σκηνοθετών ανάλογα με τη μεθοδολογία και την αισθητική τους αντίληψη.

  • σκηνοθέτες/σκηνοθέτριες-δημιουργοί [auteurs] με διακριτό ύφος και μέθοδο ως απόλυτοι/ες ρυθμιστές/τριες ενός ολοτεχνήματος, δηλαδή ενός συνολικού έργου τέχνης
  • σκηνοθέτες/σκηνοθέτριες της προσδοκώμενης «πιστής» ανάγνωσης του έργου (ακόμη και με κάποια εκσυγχρονιστική διάθεση)
  • σκηνοθέτες/σκηνοθέτριες της αφαίρεσης, του στυλιζαρίσματος και της ανάδειξης της θεατρικής σύμβασης
  • σκηνοθέτες/σκηνοθέτριες της στρατευμένης πολιτικοποίησης και της «ιδεολογικά» φορτισμένης ανάγνωσης ενός έργου
  • σκηνοθέτες/σκηνοθέτριες ενός θεάτρου συνόλου / θιάσου με κοινές αισθητικές και ιδεολογικές βάσεις και στόχους

σκηνοθέτες/σκηνοθέτριες συνεργατικής μεθοδολογίας (με βάση στην επινόηση και τον αυτοσχεδιασμό των ηθοποιών).


Αν και η ιστορία των παραστατικών τεχνών υπήρξε για μεγάλο διάστημα ανδροκρατούμενη, από τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα η συμμετοχή των γυναικών σκηνοθετριών αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Η παρουσία τους στο παγκόσμιο θεατρικό γίγνεσθαι είναι πλέον ενεργητική και εξαιρετικά επιδραστική. Εμβληματικό παράδειγμα αποτελεί η Ariane Mnouchkine [Αριάν Μνουσκίν] στη Γαλλία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεχωρίζουν η Elizabeth LeCompte [Ελίζαμπεθ Λεκόντ] και η Anne Bogart [Αν Μπόγκαρτ], ενώ στη Βρετανία η Deborah Warner [Ντέμπορα Ουόρνερ] και η Katie Mitchell [Κέιτι Μίτσελ]. Στη σύγχρονη ευρωπαϊκή σκηνή διακρίνονται επίσης η Emma Dante [Έμμα Ντάντε] στην Ιταλία και η Angélica Liddell [Ανχέλικα Λίντελ] στην Ισπανία. Αυτές οι δημιουργοί επαναπροσδιορίζουν τη σκηνική γλώσσα και τις διαδικασίες της καλλιτεχνικής σύνθεσης, προσφέροντας νέες οπτικές στη σχέση κειμένου, επιτελεστών και κοινού.


Η πολυπλοκότητα της σκηνοθετικής λειτουργίας στην εποχή μας επιβεβαιώνει ότι ο σκηνοθέτης / η σκηνοθέτρια παραμένει ο συνεκτικός κρίκος της καλλιτεχνικής παραγωγής. Μέσα από τη διαρκή διαπραγμάτευση με τα εκφραστικά μέσα και τις σύγχρονες θεωρητικές αναζητήσεις, η σκηνοθεσία εξελίσσεται ως μια δυναμική τέχνη σύνθεσης που καθορίζει την ταυτότητα της σύγχρονης θεατρικής πράξης.

Εναλλακτικές Εκδοχές

σκηνοθέτιδα, σκηνοθέτις
Αγγλικά
theatre director
Γαλλικά
metteur en scène, le / metteuse en scène, la
Γερμανικά
Theaterregisseur, der / Theaterregisseurin, die
Ιταλικά
regista, il/la

Σχετικοί όροι

συνεργάτης σκηνοθέτης / συνεργάτρια σκηνοθέτρια, σκηνική δράση, γραπτό κείμενο / σκηνικό κείμενο ή κείμενο παράστασης, παράσταση, επιτέλεση, διδασκαλία

Μη προτεινόμενοι όροι

διευθυντής/διευθύντρια της σκηνής, δραματουργός, ρεζισέρ/ρεζισέζ

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Εφαρμοσμένα είδη
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

"Παρ’ ότι το «Θέατρο του Ήλιου» αποτελεί πρότυπο ισονομίας και συλλογικότητας, η ακτινοβολία και η απήχησή του συναρτάται απολύτως με τη χαρισματική προσωπικότητα και την καθηλωτική παρουσία της Αριάν Μνουσκίν. Ο ρόλος της σκηνοθέτριας στη συλλογική δημιουργία ίσως δεν ταυτίζεται με αυτόν του παραδοσιακού σκηνοθέτη, είναι όμως εξόχως σημαντικός για το δέσιμο των σχέσεων και το «στέριωμα» του θιάσου. Υπό μία έννοια, ενυπάρχει μια δημοκρατική ιεραρχία στη λειτουργία του θιάσου, η οποία εδραιώθηκε με το πέρασμα των χρόνων. Ιδίως κατά τη διάρκεια των δοκιμών αναδύεται, εν τέλει, η ηγεσία της Αριάν Μνουσκίν. Η τοποθέτησή της στην κεφαλή του σχήματος χρονολογείται από το ανέβασμα του 1789. Με το θέαμα αυτό η Μνουσκίν άρχισε να ξεχωρίζει και να επιβάλλεται ολοκληρωτικά στην κορυφή της πυραμίδας στα τέλη της δεκαετίας του 1970 [...]. "

Η ανάδυση της Ariane Mnouchkine [Αριάν Μνουσκίν] ως σκηνοθέτριας του θιάσου της, όπως περιγράφεται από την Έλενα Παπαλεξίου.

Παπαλεξίου, Ε. (2025). Ταξιδεύοντας στη Χώρα της Ουτοπίας. Αριάν Μνουσκίν και Θέατρο του Ήλιου. Αθήνα: Καπόν, σ. 93.

Quote Icon

"I know that she wrote a great deal to him about me and our theatre, persuading him to come to Russia. As for myself, I began to persuade the Direction of our theatre to invite the great stage director to come so as to give our art a new impetus forward and to pour more yeast into the dough at the time when it seemed to us that our theatre had broken through the blind wall before it at last. I must pay full justice to my comrades. They discussed the matter like true artists and they decided to spend a large sum of money in order to advance our art."


«Ξέρω πως εκείνη η Ισιδώρα Ντάνκαν του έγραψε πολλά για μένα [ενν. τον Στανισλάφσκι] και για το θέατρό μας [ενν. το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας], προσπαθώντας να τον πείσει [ενν. στον Γκόρντον Κραιγκ] να έρθει στη Ρωσία. Όσο για μένα, άρχισα να πείθω τη Διεύθυνση του θεάτρου μας [ενν, τον Νεμιρόβιτς Ντάντσενκο] να προσκαλέσει τον σπουδαίο σκηνοθέτη, ώστε να δώσει μια νέα ώθηση στην τέχνη μας και να ρίξει κι άλλη μαγιά στη ζύμη, τη στιγμή που μας φαινόταν πως το θέατρό μας είχε επιτέλους σπάσει τον τυφλό τοίχο που ορθωνόταν μπροστά του. Οφείλω να αποδώσω τα εύσημα στους συντρόφους μου: συζήτησαν το ζήτημα ως γνήσιοι καλλιτέχνες και αποφάσισαν να δαπανήσουν ένα σημαντικό χρηματικό ποσό για να προαγάγουν την τέχνη μας.»

Η Isadora Duncan [Ισιδώρα Ντάνκαν] παραθέτει λεγόμενα και γραφόμενα του Κωνσταντίν Στανισλάφσκι [Konstantin Stanislavski], αναφορικά με την πρόσκληση του σκηνοθέτη Edward Gordon Craig [Έντουαρντ Γκόρντον Κραιγκ] στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, προκειμένου να σκηνοθετήσει την εμβληματική παράσταση του Άμλετ.

Duncan, I. (1927). My Life. London & New York: Liveright Publishing Corporation, p. 147.

Quote Icon

ΘΕΑΤΗΣ: Δηλαδή, βάζετε το σκηνοθέτη πάνω απ’ τους ηθοποιούς;

ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ: Ναι. Ο σκηνοθέτης έχει με τον ηθοποιό τη σχέση που έχει ο μαέστρος με την ορχήστρα του, ή ο εκδότης με τον τυπογράφο.

ΘΕΑΤΗΣ: Και θεωρείτε το σκηνοθέτη τεχνίτη και όχι καλλιτέχνη;

ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ: Όταν ερμηνεύει το έργο του δραματουργού διά του ηθοποιού, του σκηνογράφου του και των άλλων, τότε είναι τεχνίτης, αρχιμάστορας. Όταν θα καταχτήσει τη δράση, το λόγο, το χρώμα, τη γραμμή και το ρυθμό,τότε ίσως γίνει καλλιτέχνης. Τότε δεν θα ’χουμε πια ανάγκη τη συμπαράσταση του συγγραφέα, γιατί η τέχνη μας θα είναι αυτάρκης.

Ο Άγγλος σκηνοθέτης, σκηνογράφος και θεωρητικός του θεάτρου Edward Gordon Craig (1872 -1966), στο μικρό αυτό ενδεικτικό διαλογικό απόσπασμα από το βιβλίο του Η τέχνη του θεάτρου (The art of the theatre, 1905), όπως και σε όλο το θεωρητικό έργο του, προτάσσει τον –τεχνικό καταρχήν και ιδεατά καλλιτεχνικό– ρόλο του σκηνοθέτη έναντι του συγγραφέα, του σκηνογράφου, των ηθοποιών, του συνθέτη και του χορογράφου.

Έντουαρντ Γκόρντον Κραίγκ, «Η τέχνη του θεάτρου. Πρώτος διάλογος (1906)», στο Συλλ. (1971). Αρχιτέκτονες του σύγχρονου θεάτρου, μετ. Λ. Μαντζοπούλου, επιμ. Π. Μάτεσις. Αθήνα: Δωδώνη.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Συνέντευξη του Θεόδωρου Τερζόπουλου από το 1994.

Ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος μιλά για τις διαφορετικές δυνατές σκηνοθετικές προσεγγίσεις («σχολές» ή «κατευθύνσεις») και…

O κορυφαίος Αμερικανός σκηνοθέτης Robert Wilson [Ρόμπερτ Ουίλσον] σε πρόβα (2009).

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Ο σκηνοθέτης Romeo Castellucci [Ρομέο Καστελλούτσι] και η ηθοποιός Marika Pugliatti [Μαρίκα Πουλιάττι] κατά τη…

Ο σκηνοθέτης Peter Sellars [Πήτερ Σέλλαρς] κατά τη διάρκεια των δοκιμών του έργου Το ελάφι…

Η σκηνοθέτρια Aria ne Mnouchkine [Αριάν Μνουσκίν] σε πρώτο πλάνο, κατά τη διάρκεια δοκιμής για…

βασική

Beacham, R. (1987). Adolphe Appia: Theatre Artist. Cambridge: Cambridge University Press.

Benedetti, J. (1999). Stanislavsky: His Life and Art, A Biography. London: Methuen.

Braun, E. (1995). Meyerhold: A Revolution in Theatre. London: Methuen.

Brown, J. (Ed.) (2008). The Routledge Companion to Directors’ Shakespeare. Abingdon: Routledge.

Carnicke, S. M. (2009). Stanislavsky in Focus: An Acting Master for the Twenty-First Century. London and New York: Routledge.

Craig, E. G. [1911] (1960). On the Art of the Theatre. New York: Theater Arts Books.

Shepherd, S. & Peta, Τ. (Eds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 1: Antoine, Stanislavski, Saint-Denis. London. Bloomsbury Publishing.

Shepherd, S. & Barnett, D. (Eds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 2: Meyerhold, Piscator, Brecht. London. Bloomsbury Publishing.

Shepherd, S. & Pitches, J. (Eds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 3: Copeau, Komisarjevsky, Guthrie. London. Bloomsbury Publishing.

Shepherd, S. & Patterson, M. (Eds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 4: Reinhardt, Jessner, Barker. London. Bloomsbury Publishing.

Shepherd, S. & Allain, P. (Eds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 5: Grotowski, Brook, Barba. London. Bloomsbury Publishing.

Shepherd, S., Finburgh Delijani, C. & Boenisch, P. M. (Eds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 6: Littlewood, Strehler, Planchon. London. Bloomsbury Publishing.

Shepherd, S. & Hardison Londré, F. (Eds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 7: Barrault, Mnouchkine, Stein. London. Bloomsbury Publishing.

Shepherd, S. Van den Dries, L., De Laet, T. (Eds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 8: Bausch, Castellucci, Fabre. London: Bloomsbury Publishing.

Αρτώ, Α. (1992). Το Θέατρο και το Είδωλό του (Π. Μάτεσις, Μετ.). Αθήνα: Εκδόσεις Δωδώνη.

Γκορτσακόφ, Ν. (1997). Βαχτάνγκοφ. Μαθήματα σκηνοθεσίας και υποκριτικής (Α. Μανωλικάκης, Μετ.). Αθήνα: Μέδουσα.

Γκροτόφσκι, Γ. (1982). Για ένα Φτωχό Θέατρο (μετ. Κονδύλης, Φ. και Γαΐτη-Βορρέ, Μ.). Αθήνα: Εκδόσεις Θεωρία.

Κουν, Κ. (1987). Κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας. Αθήνα: Καστανιώτης.

Μέγερχολντ, Β. (2021). Βσέβολοντ Μέγερχολντ: Για το θέατρο (Μ. Σικιτάνο, Μετ.). Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος.

Μιχαλόπουλος, Π. & Μαντζουράνη, Χ. (Επιμ.) (2023). Σπύρος Α. Ευαγγελάτος. Αθήνα: ΜΙΕΤ.

Μπάρμπα, Ε., Σαβαρέζε, Ν. (2018). Η Μυστική τέχνη του ηθοποιού. Αρχές Θεατρικής Ανθρωπολογίας (Μ. Χατζηεμμανουήλ, Μετ.). Αθήνα: ΚΟΑΝ.

Παπαλεξίου, Ε. (2025). Ταξιδεύοντας στη Χώρα της Ουτοπίας. Αριάν Μνουσκίν και Θέατρο του Ήλιου. Αθήνα: Καπόν.

συμπληρωματική

Bablet, D. (2008). Ιστορία σύγχρονης σκηνοθεσίας: Τόμος 1, 1887–1914 (Δ. Κωνσταντινίδης, Μετ.). Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Banham, M. (1988). The Cambridge Guide to World Theatre. Cambridge: Cambridge University Press.

Chapple, F. & Kattenbelt, C. (2006). Intermediality in Theatre and Performance: Amsterda; New York: Rodopi.

Delgado, M. and D. Rebellato (Εds.) (2010). Contemporary European Theatre Directors. London and New York: Routledge.

Elam, K. (2001). Η Σημειωτική Θεάτρου και Δράματος (Δ. Τσατσούλης, Επιμ., Κ. Διαμαντάκου, Μετ.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Fuchs, G. (1959). Revolution in the Theatre, trans. C. Connor Kuhn. Ithaca, NY: Cornell University Press.

Fortier, Μ. (1997). Theory/Theatre: An Introduction. London: Routledge.

Innes, Ch. & Shevtsova, M. (2013). The Cambridge Introduction to Theatre Directing. Cambridge: Cambridge University Press.

Innes, Ch. (1993). Avant Garde Theatre: 1892–1992. London and New York: Routledge.

Innes, Ch. (ed.) (2000). A Sourcebook on Naturalist Theatre, London and New York: Routledge.

Jomaron, J. (2009). Ιστορία σύγχρονης σκηνοθεσίας: 2ος τόμος, 11914–1940 (Δ. Κωνσταντινίδης, Μετ.). Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Kowzan, T. (1969). Le texte et le spectacle. Rapports entre la mise en scène et la parole. CAIEF 81, 6372.

Kowzan, T. (1981). Le texte et son interprétation théâtrale. Semiotica 33-3/4, 201210

Leach, R. (2008). Theatre Studies: The Basics, London: Routledge.

Papalexiou, E. (2005). La tragédie grecque sur la scène contemporaine. Thèse doctorale – Université Paris IV, Sorbonne. Lille: Atelier National de Reproduction des Thèses.

Pavis, P. (1985). Voix et images de la scène. Vers une sémiologie de la réception. Lille: Presses Universitaires de Lille.

Pavis, P. (1983). «Production et réception au théâtre: La concrétisation du texte dramatique et spectaculaire». Revue Des Sciences Humaines LX 189, 5188.

Pavis, P. (1996a). L’ analyse des spectacles. Paris: Nathan.

Pavis, P. (2013) Contemporary Mise en Scène: Staging Theatre Today, trans. J. Anderson. London and New York: Routledge.

Perroux, A. (2007). «Le metteur en scène, interprète ou créateur?». L'Avant-Scène Opéra: Opéra et mise en scène 241: 4855.

Rodosthenous G (Ed.) (2017). Contemporary Αdaptations of Greek Tragedy: Auteurship and Directorial Visions. London: Methuen.

Sidiropoulou, A. (2011). Authoring Performance: The Director in Contemporary Theatre. New York: Palgrave Macmillan.

Αρβανίτη, Κ. (2020). Η Αρχαία Ελληνική Τραγωδία στο Εθνικό Θέατρο I: Θωμάς Οικονόμου, Φώτος Πολίτης, Δημήτρης Ροντήρης. Αθήνα: Παπαζήσης.

Αρβανίτη, Κ. (2020). Η Αρχαία Ελληνική Τραγωδία στο Εθνικό Θέατρο II: Τάκης Μουζενίδης, Αλέξης Μινωτής, Αλέξης Σολομός. Αθήνα: Παπαζήσης.

Γλυτζουρής, Α. (2011). Η σκηνοθετική τέχνη στην Ελλάδα. Η ανάδυση και η εδραίωση της τέχνης του σκηνοθέτη στο νεοελληνικό θέατρο. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Συλλ. (1971). Αρχιτέκτονες του σύγχρονου θεάτρου (Λ. Μαντζοπούλου, Μετ., Π. Μάτεσις, Επιμ.). Αθήνα: Δωδώνη.

APA

Θυμέλη – Λεξικό Παραστατικών Τεχνών. (n.d.). σκηνοθέτης, σκηνοθέτρια. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/σκηνοθέτης,σκηνοθέτρια

Chicago

"σκηνοθέτης, σκηνοθέτρια." Θυμέλη – Λεξικό Παραστατικών Τεχνών. Accessed 17 April 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/σκηνοθέτης,σκηνοθέτρια.

1741